Το Τροφώνιο Ωδείο διοργανώνει συναυλία με αφορμή το
«επετειακό έτος 2009»  για τρεις σημαντικούς συνθέτες, τον
 G. Handel, τον J. Haydn και τον F.Mendelsoohn.

Οι μαθητές της Σχολής Πιάνου και της Σχολής κλασικού τραγουδιού
θα ερμηνεύσουν  έργα και των τριών συνθετών.
Το  μουσικό πρόγραμμα θα πλαισιωθεί   με  βιογραφικά και άλλα στοιχεία των συνθετών τα οποία θα διαβάσουν οι μαθήτριες από το Θεατρικό εργαστήρι του Ωδείου.
Ταυτόχρονα θα γίνεται προβολή διαφανειών σε PowerPoint.
Η  εκδήλωση θα γίνει στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ωδείου στις 28 Νοεμβρίου 2009 και ώρα 7.30 μ.μ.





Γκέοργκ Χαίντελ

 O Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ (επίσης Χέντελ) (Georg Friedrich Händel, ή George Frideric Handel 23 Φεβρουαρίου 1685 - 14 Απριλίου 1759) ήταν Γερμανός συνθέτης της ύστερης περιόδου τής μπαρόκ μουσικής, που διακρίθηκε κυρίως για τα ορατόριά του. Έζησε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αγγλία και απέκτησε την αγγλική ιθαγένεια το 1726. Συνέθεσε concerti grossi, όπερες και ορατόρια. Το πιο διάσημο έργο του είναι το ορατόριο Μεσσίας. Επηρέασε βαθιά πολλούς από τους μεταγενέστερους συνθέτες, μεταξύ των οποίων ήταν ο Φραντς Γιόζεφ Χάυντν, ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν, ενώ το έργο του συνέβαλε στη μετάβαση από την εποχή της μουσικής μπαρόκ στην κλασσική μουσική. Οι συνθέσεις του περιλαμβάνουν περίπου 50 όπερες, 23 ορατόρια και πολλές συνθέσεις εκκλησιαστικής μουσικής, καθώς και ορχηστρικά κομμάτια.

Βιογραφία

Ο Χέντελ γεννήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1685 στο Χάλλε της Γερμανίας, την ίδια χρονιά με τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και τον Ντομένικο Σκαρλάτι. Από νεαρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση στη μουσική, αν και ο πατέρας του, που ήταν κουρέας-χειρουργός στην υπηρεσία του δούκα της Σαξονίας, δεν επιθυμούσε να εξελιχθεί ο γιος του σε μουσικό. Με παρέμβαση του δούκα που εκτίμησε τα μουσικά χαρίσματα του οκτάχρονου Χέντελ, ξεκίνησε μαθήματα εκκλησιαστικού οργάνου υπό την εποπτεία του συνθέτη Friedrich W. Zachow. Ο πατέρας του πέθανε όταν ήταν στην ηλικία των έντεκα ετών και το 1702, από σεβασμό στην επιθυμία του, γράφτηκε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου του Χάλλε, ενώ εργαζόταν παράλληλα και ως οργανίστας στον καθεδρικό ναό της πόλης. Τον επόμενο χρόνο μετακόμισε στο Αμβούργο, όπου εργάστηκε ως βιολονίστας στην ορχήστρα της τοπικής όπερας, θέση που εγκατέλειψε όμως προκειμένου να περιοδεύσει στην Ιταλία κατά την περίοδο 1706-10. Εκεί ήρθε σε επαφή με μερικούς από τους σπουδαιότερους Ιταλούς συνθέτες της εποχής, όπως τον Αλεσάντρο Σκαρλάτι και τον γιο του Ντομένικο. Στην Ιταλία συνέθεσε αρκετά μουσικά έργα και το ύφος του σημείωσε σημαντική εξέλιξη, ενώ την ίδια περίοδο ο Χέντελ άρχισε να γνωρίζει διεθνή αναγνώριση.
Στα τέλη του 1710 ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Αγγλία, ενώ τον επόμενο χρόνο παρουσίασε την όπερα Rinaldo στο Λονδίνο, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. Εκεί άλλαξε και το όνομά του και το προσάρμοσε, χρησιμοποιώντας το από κει και πέρα επίσημα στην αγγλική γραφή. Το 1712 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αγγλία, όπου συνέχισε τη σταδιοδρομία του ως θεατρικός επιχειρηματίας, αντιμετωπίζοντας ισχυρό ανταγωνισμό. Το 1737 οδηγήθηκε σε χρεοκοπία, γεγονός που συνοδεύτηκε από μία επιδείνωση της υγείας του και προσωρινή παράλυση του δεξιού χεριού του, πιθανώς εξαιτίας ενός εγκεφαλικού επεισοδίου. Μετά την ανάρρωσή του, ξεκίνησε να συνθέτει το δημοφιλέστερο ορατόριο του, τον Μεσσία, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 13 Απριλίου του 1742 στο Δουβλίνο. Από το 1751 άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα όρασης που οδηγούσαν σταδιακά στην τύφλωσή του. Υπό αυτές τις συνθήκες, συνέθεσε το 1752 το ορατόριο Ιεφθάε (ο Θρίαμβος του Χρόνου και της Αλή
Ο Χαιντελ ήταν ένας από τους πρώτους μάνατζερ (του εαυτού του βέβαια),και έδινε μεγάλη σημασία στην διάδοση του έργου του, όχι όμως παρακινούμενος από τόσο υψηλά καλλιτεχνικά κίνητρα, όσο από ταπεινά και «λεπτά» θέματα. Έτσι ήταν αρκετά ρεαλιστής όσον αφορά τις εκτελέσεις των έργων του -διατηρώντας πάντα τον περφεξιονισμό του, δανειζόταν μουσική άλλων συνθετών (Telemann, Keiser, A. Scarlatti) κάτι που ήταν συνήθης πρακτική εκείνη την εποχή.
Πολυγραφότατος (42 όπερες, 29 ορατόρια, δεκάδες καντάτες, κοντσέρτι γκρόσσι, μουσική δωματίου, έργα για σόλο τσέμπαλο κλπ.) υπήρξε πηγή έμπνευσης και γνώσης ακόμα και για τον Μότσαρτ, ο όποιος διασκεύασε διάφορα ορατόρια του, με πλέον ξεχωριστό το πασίγνωστο «Μεσσίας».

Και αν κάποιος δεν γνωρίζει κάτι από την μουσική του Χαίντελ και θέλει να δει πώς αυτός ο «Άγγλος» επιδρά ακόμα στις μέρες μας, ας παρακολουθήσει λίγο Τσάμπιονς Λινγκ… Το μουσικό θέμα που χρησιμοποιεί η UEFA στην αρχή των τηλεοπτικών μεταδόσεων είναι από το ορατόριο Zadok the Priest.

Και αν δεν θέλει να δει μπάλα, ας περιμένει μέχρι να γίνει η ενθρόνιση του Καρόλου-αυτού της Καμίλας  και της Νταϊάνας, γιατί αυτό το μουσικό θέμα χρησιμοποιείται σε κάθε ενθρόνιση βασιλιά της Αγγλίας, από το 1727.
Είχε και τις βασιλικές πλευρές το έργο του Χαίντελ, φαίνεται κιόλας αυτό από τα πολύ γνωστά και υπέροχα «Μουσική για τα βασιλικά πυροτεχνήματα» και «Μουσική των νερών» -όχι βασιλικών αλλά για βασιλιά γραμμένα και παιγμένα.


  

Φραντς Γιόζεφ Χάιντν ( 200 χρόνια από το θανατό του

Στις 31 Μαϊου του 1809, ο Φραντς Γιόζεφ Χάιντν πέρασε στην αιωνιότητα έχοντας συμπληρώσει τα 77 του χρόνια. Πέραν του ότι επρόκειτο για μια ηλικία στην οποία σπανίως έφταναν οι άνθρωποι της εποχής του, είχε παράλληλα την τύχη ν΄αφήσει την τελευταία του πνοή ήσυχα, στη διάρκεια του ύπνου του. Οι τελευταίες, δε, ημέρες, της ζωής του, ήρθαν να καταδείξουν τον θρίαμβο της μουσικής απέναντι στη φρίκη του πολέμου: καίτοι από τα μέσα Μαϊου τα στρατεύματα του Ναπολέοντα βομβάρδιζαν ανηλεώς τα περίχωρα της Βιέννης – μεταξύ αυτών και το Gumpendorf, όπου ο συνθέτης είχε επιλέξει να περάσει τα γεράματά του- ο Βοναπάρτης, από σεβασμό στην προσωπικότητα του Χάιντν, διέταξε να τοποθετηθεί τιμητική φρουρά στο σπίτι του.

Η αλήθεια είναι ότι, τόσο η ανθρώπινη όσο και η δημιουργική διαδρομή του συνθέτη κατόρθωσαν να τύχουν καθολικής αποδοχής. Παρά την ταπεινή καταγωγή του και τις δυσκολίες των νεανικών του χρόνων, κατάφερε ν΄ανέλθει στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας , γεγονός το οποίο «μεταφράστηκε» και σε αντίστοιχη οικονομική ευμάρεια.

Αναφορικά με την εξέλιξή του ως μουσικού, η παρουσία του Χάιντν στην ευρωπαϊκή σκηνή υπήρξε αναμφίβολα καθοριστική: γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου του μπαρόκ, ενσάρκωσε τον απόλυτο κλασσικισμό ενώ βρισκόταν ακόμη εν ζωή όταν ο Μπετόβεν συνέθεσε την Ποιμενική Συμφωνία. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε κάποτε ο μουσικολόγος Τζον Γουέμπστερ « oΧάιντν διέπρεψε σε κάθε μουσική φόρμα…Συχνά αποκαλείται ο πατέρας της Συμφωνίας, τίτλο τον οποίο, ωστόσο, θα μπορούσε να υπερασπιστεί αποτελεσματικότερα και πιο δίκαια στο Κουαρτέτο Εγχόρδων. Κανένας άλλος συνθέτης δεν είναι σε θέση να συγκριθεί μαζί του σε ό,τι αφορά το συνδυασμό παραγωγικότητας, ποιότητας και ιστορικής σημασίας σ΄αυτές τις φόρμες…».

    Η αλήθεια είναι πάντως ότι, όσο πλούσιο κι εντυπωσιακό σε όγκο είναι το μουσικό του έργο- πέρα από τη Συμφωνία και το Κουαρτέτο Εγχόρδων ο Χάιντν χάρισε στην αιωνιότητα πραγματικά αριστουργήματα σ΄ό,τι αφορά τη φωνητική μουσική:τα Ορατόρια, τις Λειτουργίες αλλά και τις όπερές του οι οποίες, ακόμη, βρίσκονται στο στάδιο της επανανακάλυψης- τόσο φτωχή, αναλογικά, σε γεγονότα ήταν
η ζωή του.

Γιος αμαξοποιού, ο Χάιντν γεννήθηκε στο Ρόραου της σημερινής Αυστρίας στις 31 Μαρτίου του 1732 και από πολύ μικρός φανέρωσε την κλίση του στη μουσική. Καθώς οι γονείς του ήταν κάθε άλλο παρά αντίθετοι- χρόνια αργότερα ο συνθέτης δήλωνε πως η οικογένειά του ήταν εξαιρετικά φιλόμουσηκαι όχι σπάνια τραγουδούσαν όλοι μαζί, με τη συνδρομή των γειτόνων, ενώ δύο ακόμη από τα αδέλφια του ακολούθησαν αντίστοιχη σταδιοδρομία - σε ηλικία πέντε ετών τον έστειλαν στο σπίτι κάποιου συγγενούς στο Χάινμπουργκ προκειμένου να εκπαιδευτεί μουσικά. Τρία χρόνια αργότερα, πήγε στη Βιέννη ως μέλος της χορωδίας του Αγίου Στεφάνου. Εως ότου προσληφθεί στην Αυλή του Πρίγκηπα Πάουλ Εστερχάζιτο 1761 έκανε διάφορες δουλειές ενώ ένα χρόνο ενωρίτερα, νυμφεύθηκε τη μεγαλύτερη αδελφή μιας γυναίκας την οποία είχε ερωτευθεί στο παρελθόν. Ωστόσο, δεν επρόκειτο για ευτυχισμένο γάμο και το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά. Καθώς οι νόμοι της εποχής δεν επέτρεπαν τη λύση του, αμφότεροι οι σύζυγοι αναζήτησαν παρηγοριά στην αγκαλιά εραστών.

Την έλλειψη ευτυχίας εντός του εγγάμου βίου μαρτυρούν διάφορα τεκμήρια και επιστολές του συνθέτη. Η κυρία Χάιντν- τρία χρόνια μεγαλύτερη από το σύζυγό της- δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιδιαιτέρως ευχάριστη γυναίκα και, το χειρότερο, δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για τη μουσική. «Δεκάρα δε δίνει για το αν ο άνδρας της είναι καλλιτέχνης ή μπαλωματής» σχολίαζε ο ίδιος ο Χάιντν. Σύμφωνα, δε, ορισμένους μουσικούς της Ορχήστρας του, η κυρία Χάιντν, εμφορούμενη από σαδιστική πρόθεση, διασκέδαζε με το να χρησιμοποιεί τα χειρόγραφα του συνθέτη σαν…αυτοσχέδια εργαλεία κομμωτικής ή σαν πετσέτες για τα πιατικά της!

Στην υπηρεσία των Εστερχάζι – μιας από τις πλουσιότερες και τις πλέον ισχυρές οικογένειες της Αυστριακής Αυτοκρατορίας- ο Χάιντν παρέμεινε 30 χρόνια καθώς τόσο ο Πάουλ όσο και ο διάδοχός του Νικολάους ήταν εξαιρετικά φιλόμουσοι . Οι αρμοδιότητές του ήταν πολλές: φρόντιζε για τους μουσικούς της Αυλής, διηύθηνε την ορχήστρα, διασκεύαζε και διηύθηνε παραστάσεις όπερας, συμμετείχε σε σύνολο μουσικής δωματίου και, φυσικά, συνέθετε πλήθος έργων. Σταδιακά, η φήμη του άρχιζε να εξαπλώνεται σε ολόκληρη την Αυστρία, τη Γερμανία και την Ιταλία.

Ιδιαίτερη επιτυχία γνώρισε, εξάλλου, στη διάρκεια των δύο ταξιδιών του στο Λονδίνο στις περιόδους 1791-1792 και 1794-1795. Προκειμένου να καταλάβει κανείς το μέγεθος της αξίας των ταξιδιών αυτών για τους βρετανούς, χαρακτηριστική είναι η επιγραφή στη μεταθανάτια πλάκα η οποία τοποθετήθηκε στον τάφο του ιμπρεσάριου Γ.Π. Σάλομον, του ανθρώπου ο οποίος τον έπεισε να πει το ναι: «Ηταν αυτός ο οποίος έφερε τον Χάιντν στην Αγγλία».

Στο μεσοδιάστημα των επισκέψεών του στο Λονδίνο, δέχθηκε ως μαθητή τον νεαρό, τότε, Μπετόβεν αλλά η σχέση τους υπήρξε δύσκολη. Εξαιρετικά καλή υπήρξε, αντιθέτως, η σχέση του με τον – επίσης πολύ νεότερό του- Μότσαρτ με τον οποίο αλληλοεκτιμώντο βαθειά παρά το ότι είχαν σημαντικές διαφορές ως προσωπικότητες. Πηγές αναφέρουν ότι οι δυο τους έπαιζαν από κοινού καμιά φορά σε κουαρτέτα εγχόρδων. «Κανείς δεν μπορεί να κάνει τόσο καλά τόσα πολλά πράγματα μαζί όσο ο Χάιντν» υποστήριζε ο Μότσαρτ. «Μπορεί να μας ταρακουνήσει, να μας κάνει να γελάσουμε και να μας συγκινήσει ταυτοχρόνως».

Ευσεβής καθολικός, έστω κι αν τα τελευταία -επιβεβαρημένα από προβλήματα υγείας-χρόνια της ζωής του αναφέρονται περίοδοι κατάθλιψης, ο Χάιντν υπήρξε φύση χαρούμενη κι αισιόδοξη ενώ η αίσθηση του χιούμορ δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Χαρακτηριστικό ένα επεισόδιο χρονολογούμενο το 1805: επ΄ευκαιρία των επικείμενων 73ων γενεθλίων του Χάιντν, προγραμματίζονταν λαμπροί εορτασμοί τους οποίους, εντούτοις, ο συνθέτης δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει λόγω προβλημάτων υγείας. Στο πλαίσιο αυτό, κυκλοφόρησαν φήμες ότι είχε ήδη πεθάνει. Προγραμματίστηκε μάλιστα – εν είδει μνημοσύνου- η παρουσίαση του μοτσάρτειου «Ρέκβιεμ» στο Παρίσι. Μόλις ο Χάιντν το έμαθε, γέλασε και σχολίασε: «Τι καλοί άνθρωποι! Τους χρωστώ βαθειά ευγνωμοσύνη για την τιμή! Τι κρίμα που δεν έχω χρόνο να ταξιδέψω στο Παρίσι προκειμένου να διευθύνω ο ίδιος το έργο!».

Ωστόσο, δύο εβδομάδες μετά το θάνατό του το 1809, με το ίδιο εκείνο «Ρέκβιεμ» τιμήθηκε πράγματι η μνήμη του στη Βιέννη, παρουσία σύσσωμης της υψηλής κοινωνίας της εποχής. Στη διάρκεια της ζωής του, πάντως, καίτοι συνηθισμένος σε τιμές και δόξες από τους ανώτατους άρχοντες,ο Χάιντν ουδέποτε απαρνήθηκε την ταπεινή καταγωγή του. «Συγχρωτίστηκα με Αυτοκράτορες, Βασιλείς και πολλούς σπουδαίους ανθρώπους κι άκουσα πολλά κολακευτικά λόγια από αυτούς» συνήθιζε να λέει. «Παρόλ΄αυτά, ποτέ δεν αισθάνθηκα οικεία μαζί τους. Προτιμώ να είμαι κοντά σε ανθρώπους της σειράς μου…»

 

Φέλιξ Μέντελσον – Μπαρτόλντι ( 200 χρόνια από τη γέννηση του)

Γερμανός συνθέτης, πιανίστας, αρχιμουσικός και μουσικοδιδάσκαλος, από τις κορυφαίες μουσικές φυσιογνωμίες του 19ου αιώνα.
O Γιάκοπ Λούντβιχ Φέλιξ Μέντελσον - Μπαρτόλντι γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1809 στο Αμβούργο. Καταγόταν από πλούσια και καλλιεργημένη οικογένεια εβραίων της πόλης, η οποία ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό και συγκεκριμένα το Λουθηρανικό δόγμα, για να αποφύγει το αντισημιτικό πνεύμα της εποχής. Ο πατέρας του Αβραάμ ήταν τραπεζίτης και ο παππούς του Μωυσής από την πλευρά της μητέρας του ποιητής και φιλόσοφος. Το δεύτερο επίθετο Μπαρτόλντι προέκυψε ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για ένα θείο του, που τους κληροδότησε μία μεγάλη ακίνητη περιουσία. Ο Φέλιξ είχε έναν αδελφό, τον Πάουλ, και δύο αδελφές, τη Ρεβέκα και τη Φάνυ, τη μετέπειτα γνωστή πιανίστρια και συνθέτρια.

Το 1811 η οικογένεια μετακόμισε στο Βερολίνο, όπου ο νεαρός Φέλιξ άρχισε να μαθαίνει πιάνο μαζί με τη Φάνυ, παράλληλα με τα μαθήματα ζωγραφικής και λογοτεχνίας που λάμβανε. Έτσι, η προσωπικότητά του αναπτύχθηκε με βαθιά γνώση της τέχνης, με τη μελέτη και τη μάθηση. Συνέχισε τις σπουδές πιάνου στο Παρίσι, όπου άρχισε να συνθέτει. Οι γονείς του δεν βλέπουν θετικά την προοπτική να γίνει ο γιος τους μουσικός. Φαντάζονται για εκείνον μια καριέρα σύμφωνη με τις παραδόσεις της οικογένειας Μέντελσον. Αλλάζουν γνώμη, όταν ο μέγας εκείνη την εποχή Λουίτζι Κερουμπίνι διαβάζει προσεκτικά κάποιες συνθέσεις του Φέλιξ και αποφαίνεται: «Αυτό το αγόρι είναι πλούσιο, θα πάει καλά, ήδη πηγαίνει πολύ καλά».

Η πρώτη δημόσια εμφάνιση του Μέντσελσον έγινε στο Βερολίνο το 1818, σε ηλικία 9 ετών. Το 1821 γνωρίστηκε με τον Γκαίτε και μεταξύ του γηραιού συγγραφέα και του νεαρού μουσικού αναπτύχθηκε μία δυνατή φιλία. «Ο Φέλιξ είναι ένα παιδί θαύμα. Διαθέτει μια ενήλικη γλώσσα και όχι τα μουρμουρίσματα ενός παιδιού. Μπορούμε να τον συγκρίνουμε με τον μικρό Μότσαρτ για όσα έχει ήδη καταφέρει» δηλώνει με θαυμασμό ο Γκαίτε. Ο νεαρός μουσικός αισθάνεται πολύ υπερήφανος για το ενδιαφέρον του Γκαίτε και του αφιερώνει το «Κουαρτέτο σε σι μινόρε».

Το 1825 και σε ηλικία 16 ετών, οπότε έγραψε το «Οκτέτο για έγχορδα», εθεωρείτο ήδη ένας ολοκληρωμένος συνθέτης. Τον επόμενο χρόνο παρουσίασε την «Εισαγωγή στο “Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας”», στο οποίο οι μουσικοκριτικοί ανακάλυψαν ένα πρωτοπόρο συνθέτη και μια μουσική γεμάτη κομψότητα και γοητεία. Δεκαέξι χρόνια αργότερα έγραψε μουσική για το έργο αυτό Σαίξπηρ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το δημοφιλές «Γαμήλιο Εμβατήριο», που δεν λείπει από κανένα γάμο σήμερα.

Στις 11 Μαρτίου 1829 ο Μέντελσον διηύθυνε την πρώτη μετά τον θάνατο του Μπαχ εκτέλεση του αριστουργήματός του «Τα κατά Ματθαίον Πάθη», συμβάλλοντας, πρώτος αυτός, στην αναβίωση του Μπαχ, η μουσική του οποίου είχε περιπέσει σε λήθη μετά τον θάνατό του το 1750. Από τότε, ο Μπαχ τιμήθηκε, θαυμάστηκε και αγαπήθηκε σε όλο τον κόσμο και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους πυλώνες της Δυτικής Μουσικής.

Ο Μέντελσον ήταν τέρας μνήμης. Όταν ήρθε η ώρα να διευθύνει για πρώτη φορά τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» ανακάλυψε ότι στο αναλόγιο είχε λάθος παρτιτούρα. Κανένα πρόβλημα. Σήκωσε τη μπαγκέτα του κι άρχισε να διευθύνει το έργο του Μπαχ, γυρίζοντας τις σελίδες της υποτιθέμενης παρτιτούρας, ώστε να μην ανησυχήσουν οι μουσικοί. Τα κατάφερε να διευθύνει ολόκληρα τα «Κατά Ματθαίον Πάθη», διάρκειας άνω των δύο ωρών, από μνήμης και χωρίς λάθη.

Την άνοιξη του 1829 πραγματοποίησε το πρώτο ταξίδι του στη Μεγάλη Βρετανία, όπου διηύθυνε τη «Συμφωνία σε ντο Ελάσσονα». Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς επέστρεψε και επισκέφθηκε τη Σκωτία, όπου εμπνεύστηκε την «Εισαγωγή: Εβρίδες» και τη «Συμφωνία αρ. 3», γνωστή και ως «Σκωτική ».

Από το 1830 έως το 1832 ταξίδεψε στη Γερμανία, την Αυστρία, την Ιταλία και την Ελβετία, για να καταλήξει και πάλι στο Λονδίνο, όπου ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Εκεί πρωτοπαρουσίασε τη «Συμφωνία αρ. 4», γνωστή και ως «Ιταλική», ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του, και δημοσίευσε το πιανιστικό «Τραγούδια χωρίς λόγια».

Κατά την παραμονή του στη Ρώμη γνωρίζει το Έκτωρ Μπερλιόζ, τη μουσική του οποίου δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα. «Ο Μπερλιόζ είναι μία καρικατούρα χωρίς ίχνος ταλέντου, που γράφει απαίσια μουσική» σχολιάζει δηκτικά σε μια ομήγυρη. Και σε κάποια άλλη περίπτωση: «Όταν πιάνεις μια παρτιτούρα του Μπερλιόζ οφείλεις να πλένεις τα χέρια σου μετά». Αισθήματα αντιπάθειας έτρεφε και για το έργο του Τζιάκομο Μαγερμπέερ, παρότι τους συνέδεε συγγένεια. Όταν κάποτε του είπε ότι έμοιαζε με τον Μαγερμπέερ, αυτός έσπευσε να κόψει τα μαλλιά του και να αλλάξει κόμμωση.

Το 1835 ο Φέλιξ Μέντελσον ανέλαβε τη διεύθυνση της περίφημης ορχήστρας Γκεβαντχάους της Λειψίας, την οποία ανέδειξε σε μια πρώτης τάξεως ορχήστρα και την πόλη όπου μεγαλούργησε ο Μπαχ σε μουσικό κέντρο της Γερμανίας. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τους Σοπέν, Λιστ και Σούμαν.

Το 1836 γνώρισε τη 16χρονη Σεσίλ Ζανρενό, κόρη προτεστάντη ιερωμένου, την οποία παντρεύτηκε στις 28 Μαρτίου 1837. Έζησαν μία ήσυχη και ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή με τα πέντε παιδιά τους. Τον επόμενο χρόνο ξεκίνησε το «Κοντσέρτο για βιολί», το οποίο τον απασχόλησε για έξι χρόνια, γεγονός ασυνήθιστο γι' αυτόν που ολοκλήρωνε με ευκολία τα έργα του.

Το 1846 επέστρεψε στο Λονδίνο για να παρουσιάσει το ορατόριο «Ηλίας», που του χάρισε ένα ακόμη θρίαμβο. Όμως, ο θάνατος της αγαπημένης του αδελφής Φάνυ τον Μάιο του 1847 τον κατέβαλε ψυχικά. Οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν και στις 4 Νοεμβρίου 1847 πέθανε στη Λειψία από εγκεφαλικό επεισόδιο, όπως ο παππούς του, ο πατέρας του και η αδελφή του.

Ο Μέντελσον υπήρξε ένας από τους ελάχιστους συνθέτες που απέκτησαν φήμη και περιουσία, χωρίς να χρειαστεί να πεθάνουν πρώτα. Η επιτυχία του και οι εβραϊκές του ρίζες ενόχλησαν τον Βάγκνερ, ο οποίος τρία χρόνια αργότερα δημοσίευσε την αντιεβραϊκή μπροσούρα «Η Εβραϊκότητα στη Μουσική». Ήταν η πρώτη προσπάθεια να μειωθεί η σημασία του έργου του Μέντελσον, που κορυφώθηκε με την απαγόρευση των έργων του στη Ναζιστική Γερμανία. Τα τελευταία πενήντα χρόνια, το έργο του έχει επανεκτιμηθεί και επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο, όχι μόνο για τις δημοφιλείς συνθέσεις του, όπως το «Κοντσέρτο για βιολί» και η «Ιταλική Συμφωνία», αλλά και για λιγότερο γνωστά, όπως το ορατόριο «Ηλίας».

ακόμα περισσότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια: