Η Κλασική περίοδος με μια ματιά

Versailles, Musee du chateau. © 2010 White Images/Scala, Florence
Λίγες μόνο δεκαετίες διαρκεί η περίοδος την οποία στη μουσική ιστορία ονομάζουμε Κλασική (από το 1730 μέχρι το 1810 περίπου). Σε αυτή την περίοδο όμως έδρασαν τρεις από τους μεγαλύτερους συνθέτες όλων των εποχών, ο Χάυντν, ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν, που έζησαν μεγάλο μέρος της ζωής τους στο σημαντικότερο μουσικό κέντρο του 18ου αιώνα, τη Βιέννη. Σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές πυροδοτεί το κίνημα του Διαφωτισμού, που επικεντρώνεται στις ιδέες της ισότητας, των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της κοινωνικής αναδιάρθρωσης προς όφελος των πολλών. Η Γαλλική Επανάσταση και η Διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας και των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι τα άμεσα αποτελέσματα των ιδεών αυτών. Μεγάλοι επιστήμονες οδηγούν με τις εφευρέσεις τους στη Βιομηχανική Επανάσταση, συνέπεια της οποίας ήταν η οικονομική ανάπτυξη, που βοήθησε στην άνοδο της μεσαίας τάξης. Τώρα οι συνθέτες απευθύνονται όχι μόνο στην αριστοκρατία, αλλά σε ευρύτερο κοινό, που θέλει και έχει την οικονομική δυνατότητα να πηγαίνει σε συναυλίες, να αγοράζει παρτιτούρες και να μαθαίνει μουσικά όργανα. Η αλλαγή στη σχέση συνθέτη-κοινού αλλά και οι ιδέες του Διαφωτισμού έγιναν αφορμή να αναπτυχθούν νέα μουσικά είδη, όπως το κουαρτέτο εγχόρδων, η συμφωνία και η κωμική όπερα. Ο ομοφωνικός τρόπος σύνθεσης που διαμορφώθηκε στη διάρκεια της Μπαρόκ εποχής και η σύγχρονη προτίμηση για γρήγορες εναλλαγές και ποικιλία συντέλεσαν στη δημιουργία ενός συγκεκριμένου τρόπου οργάνωσης του μουσικού υλικού, τη μορφή σονάτας. Μέσα από το έργο του Μπετόβεν η μουσική οδηγείται στη Ρομαντική περίοδο και έτσι ο Μπετόβεν θεωρείται ο τελευταίος από τους κλασικούς συνθέτες και ο πρώτος από τους ρομαντικούς.
Πηγή: Μελοδύσσεια

Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ (Wolfgang Amadeus Mozart, 1756-1791)
Τη μια στιγμή έκανε σκανταλιές και φάρσες και την άλλη καθόταν στο τσέμπαλο και έπαιζε σαν επαγγελματίας μουσικός. Αυτό το παιδί-θαύμα από το Ζάλτσμπουργκ πέρασε τα νεανικά του χρόνια ταξιδεύοντας σε όλη την Ευρώπη σε αναζήτηση του κατάλληλου ευγενή-προστάτη που θα του εξασφάλιζε ένα σίγουρο εισόδημα. Αυτό δεν έγινε ποτέ, και έτσι από το 1781 ο Μότσαρτ εγκαταστάθηκε στη Βιέννη, όπου κέρδιζε το ψωμί του δίνοντας συναυλίες (θεωρούνταν ο καλύτερος πιανίστας στην πόλη), γράφοντας όπερες κατόπιν παραγγελίας και διδάσκοντας. Παρόλο που κέρδιζε αρκετά χρήματα, αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και συχνά εκλιπαρούσε τους πλούσιους φίλους του για δανεικά. Σίγουρα ξόδευε πολλά, γιατί του άρεσε να διασκεδάζει δίνοντας μεγάλες δεξιώσεις αλλά και γιατί η υγεία του, καθώς και της γυναίκας του Κονστάντσε, ήταν εύθραυστη. Ο Μότσαρτ πέθανε μόλις 35 ετών, αλλά άφησε πάνω από 600 έργα, δηλ. πολύ περισσότερα από άλλους συνθέτες που πέθαναν σε μεγάλη ηλικία.


Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (Ludwig van Beethoven, 1770-1827) Μετακόμισε στη Βιέννη από τη γενέτειρά του Βόννη στα 22 του χρόνια, το 1792. Ο Μότσαρτ μόλις είχε πεθάνει, αλλά εντωμεταξύ είχε εγκατασταθεί στη Βιέννη ο πιο διάσημος μουσικός της εποχής, ο Χάυντν. Ο Μπετόβεν έγινε μαθητής του Χάυντν για δύο περίπου χρόνια, αλλά δεν ήταν τόσο ευχαριστημένος με τον δάσκαλό του, που τον θεωρούσε «ξεπερασμένο». Καθιερώθηκε στη Βιέννη αρχικά σαν ένας γεμάτος πάθος πιανίστας και κέρδισε την υποστήριξη πολλών αριστοκρατών, στους οποίους συχνά αφιέρωνε τα έργα του. Σε ηλικία περίπου 30 ετών άρχισε να χάνει την ακοή του, πράγμα που του προκάλεσε ανασφάλεια και κατάθλιψη. Άρχισε να απομονώνεται και να συνθέτει περισσότερο, μια που ήταν πια δύσκολο να διδάσκει ή να διευθύνει. Οι συνθέσεις του έγιναν πολύπλοκες και μεγαλειώδεις, εκφράζοντας τις φιλελεύθερες απόψεις του. Το 1818 ήταν τελείως κουφός, αλλά η φήμη του ήταν μεγάλη, όπως και η αναγνώρισή του από το κοινό και τους ομοτέχνους του. Καθώς ο Μπετόβεν δεν υπηρέτησε ποτέ στην αυλή κάποιου ευγενή και έγραψε μουσική που εξέφραζε τις δικές του αντιλήψεις, όπως η πίστη στην ελευθερία και την ισότητα των ανθρώπων, προετοίμασε το έδαφος για τον ερχομό της Ρομαντικής περιόδου, όπου στο επίκεντρο της τέχνης βρίσκεται ο ίδιος ο καλλιτέχνης και η έκφραση των προσωπικών του συναισθημάτων και ιδεών. 





Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ - Μικρή Νυχτερινή Μουσική
 

"Eine kleine Nachtmusik" (KV 525) - Σερενάτα για ορχήστρα εγχόρδων σε 4 μέρη - Διάρκεια : περίπου 15 λεπτά - Διαθεσιμότητα Ηχογραφήσεων : πολύ υψηλή. Πρόκειται για ένα από τα γνωστότερα έργα κλασικής μουσικής που έχουν γραφτεί ποτέ - εμφανίζει τον συνθέτη σε μία από τις πλέον ανώτερες στιγμές του από άποψη έμπνευσης, σύλληψης αλλά και τελικής παρουσίασης, η δε καταπληκτική τεχνική του Μότσαρτ στη σύνθεση εμφανίζεται σε όλο της το μεγαλείο, πεντακάθαρη, κρυστάλλινη και χωρίς κανέναν ποιοτικό ή ποσοτικό συμβιβασμό. Το έργο γράφτηκε στις 10 Αυγούστου 1787 (σύμφωνα με αυτόγραφο του συνθέτη). Ισως υπάρχει ένα "δεύτερο" μέρος της που έχει χαθεί ("Menuetto und Trio"). Εκείνη την εποχή ο συνθέτης ασχολιόταν με τη σύνθεση της δεύτερης πράξης της όπερας "Δον Τζιοβάνι".


ΜΠΕΤΟΒΕΝ
Μουσική ιδιοφυΐα, ευρηματικός, ρομαντικός, ιδιότροπος, δυστυχισμένος, βαθιά εσωτερική φύση, Άνθρωπος. Πολλοί χαρακτηρισμοί έχουν αποδοθεί με το διάβα του χρόνου στο μεγάλο συνθέτη και Δάσκαλο. Χαρακτηριστικά, στο έργο "Γκαίτε - Μπετόβεν" του Ρομαίν Ρολάν, διαβάζουμε: "Δεν είναι πολλοί, ούτε ανάμεσα στις μεγαλοφυΐες, εκείνοι που διαρκώς κοινωνούν με το πνεύμα της Γης.
Ο Γκαίτε και ο Μπετόβεν ήταν δυο από τους οικείους με τις μητέρες". Και στο έργο του "Μπετόβεν" ο Εμίλ Λούντβιχ αναφέρει: "Ο Μπετόβεν στάθηκε ο πιο αγνός και ο πιο μοντέρνος απ' όλους τους καλλιτέχνες. Η μουσική του είναι η γλώσσα που οι λαοί καταλαβαίνουν, το έργο του τείνει προς την ελευθερία και την ευτυχία όλων των ανθρώπων… Με την περιπαθή καρδιά του, που έπαλλε κάθε στιγμή της ζωής του, με τον έντονο εγωισμό που του επέτρεπε να υπερπηδάει τα χειρότερα εμπόδια μέχρι να φτάσει στη νίκη, κατόρθωσε να φτάσει τελικά μέσα από την τέχνη στην απολύτρωση". Ο ίδιος ο Μπετόβεν, αναφερόμενος στην τέχνη του, αναφέρει ότι ο μουσικός φτάνει σε επίπεδα υψηλότερα από τον ποιητή. Ο ίδιος είχε αφιερώσει τον εαυτό του στο "να κάνει απ' όλο του το είναι ένα ναό της τέχνης… να θυσιάσει στον ύψιστο Σκοπό όλα αυτά που καλούμε ζωή".

Ο Λ.Β. Μπετόβεν γεννήθηκε στις 17 Δεκέμβρη 1770, σ' ένα φτωχικό σπίτι στην οδό Μπόνγκασσε στη Βόννη. Δεν έζησε ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Η μητέρα του Κατερίνα Κέρβεριχ ήταν μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής που δούλευε ως υπηρέτρια αλλά με ιδιαίτερη λεπτότητα, ευγένεια και ευαισθησία, σε αντίθεση με τον πατέρα του Γιόχαν Μπετόβεν, άνθρωπο βάναυσο και μέθυσο. Από τα οκτώ αδέλφια του τα πέντε πέθαναν σε νεαρή ηλικία. Έτσι ήρθε από μικρός σε επαφή με τον ανθρώπινο πόνο και έμαθε να υπομένει τη δυστυχία και να συμμερίζεται τις θλίψεις των άλλων. Σημαντικό πρόσωπο στη ζωή του ο παππούς του Λούντβιχ, μουσικός της Αυλής, που τιμήθηκε με τον τίτλο του Καπελλμάϊστερ, άνθρωπος με μεγάλη μουσική ικανότητα και εξαιρετικό ήθος τον οποίο θαύμαζε ιδιαίτερα.

Ο πρώτος του δάσκαλος ήταν ο πατέρας του, που ήταν και ο ίδιος τενόρος στην Αυλή. Χωρίς να έχει ιδιαίτερη μουσική αντίληψη, διέκρινε το ταλέντο του γιου του, το οποίο προσπάθησε να εκμεταλλευθεί. Καταπιέζει το μικρό Μπετόβεν - σε ηλικία τεσσάρων ετών τον υποχρεώνει να μελετά μέχρι το πρωί στο πιάνο - και λόγω της παράλογης αυστηρότητάς του, ο Μπετόβεν συχνά σκεφτόταν να εγκαταλείψει τις μουσικές σπουδές. Δίνει την πρώτη του συναυλία σε ηλικία οκτώ ετών (ο πατέρας του δήλωσε έξι).
Ο πρώτος πραγματικά αξιόλογος δάσκαλός του, σε ηλικία δέκα ετών, ήταν ο Κρίστιαν Νεέφε, οργανίστας της Αυλής που τον καθοδήγησε χωρίς να τον πνίγει με κανόνες και του ενέπνευσε εμπιστοσύνη. Εντεκάμιση χρόνων κάνει το ντεμπούτο του, δώδεκα την πρώτη δημοσίευση και στα δεκατρία αντικαθιστά τον Νεέφε στην αυλή. Στα 1787 συναντά τον Μότσαρτ στη Βιέννη και νικώντας τη δυσπιστία του τον κάνει να αναφωνήσει: "αυτός ο νέος θα καταπλήξει τον κόσμο" και τον δέχεται ως μαθητή του.
Λίγο αργότερα με τη βοήθεια του πρίγκιπα Φραγκίσκου και του ευγενή Βαλντστάιν, που του γνώρισε τον Σαίξπηρ, τον Καντ, τον Λέσσινγκ και τον Γκαίτε, γράφεται στο Πανεπιστήμιο και σπουδάζει γερμανική φιλολογία. Το 1793 γίνεται μαθητής του Χάυδν και αρχίζει παράλληλα μαθήματα με τον Γιόχαν Σενκ, τον Άλμπρεχτσμπέρκερ και τον ήδη διάσημο Αντόνιο Σαλιέρι.


Αγαπούσε ιδιαίτερα τους κλασικούς. Λέγεται ότι είχε πάντα κάτω από το μαξιλάρι του έργα του Ομήρου, του Πλάτωνα, του Πλουτάρχου, του Όσσιαν, και του Γκαίτε ενώ μελετούσε συχνά Αριστοτέλη, Τάκιτο, Κικέρωνα, Σασινύ, Πεσταλότσι και Καντ. Έτρεφε βαθιά εκτίμηση για τα έργα της ινδικής φιλοσοφίας. Αποσπάσματα όπως: "Τυλιγμένος στον ίσκιο της αιώνιας Μόνωσης, στην αδιαπέραστη Νύχτα του παρθένου δάσους, του αδιάβατου, του απρόσιτου… με το Πνεύμα βουλιαγμένο στον εαυτό σου… Μπράχμα" ή από την Μπαγκαβάτ Γκίτα: "Ευτυχισμένος εκείνος που απώθησε όλα του τα πάθη και με όλη τη δύναμη της δράσης του τελειούται" ή "Κίνητρο της δράσης σου να είναι η ίδια η δράση και όχι η επιτυχία της" βρίσκουμε συχνά στα σημειωματάριά του ειδικά από το 1815, 1816. Είναι εκλεκτικιστής, μελετά χωρίς προκαταλήψεις.

Ο ίδιος αναφέρει: "Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι είμαι σοφός, προσπάθησα από τα παιδικά μου χρόνια να καταλάβω τα λόγια των σοφών και των μεγάλων πνευμάτων όλων των εποχών. Σε μια σελίδα παρτιτούρας του γράφει με μεγάλα γράμματα: "Ο ηθικός νόμος μέσα μας και ο έναστρος ουρανός πάνωθέ μας. Καντ". Από το Σίλλερ αντιγράφει, κορνιζάρει και τοποθετεί στο γραφείο του, δίπλα στην προτομή του Βρούτου, την αιγυπτιακής προέλευσης φράση: "Είμαι αυτό που Είναι. Είμαι το Παν, ό,τι Είναι, υπήρξε και θα Είναι. Καμιά ανθρώπινη ύπαρξη δε σήκωσε ποτέ τον πέπλο μου".

Η σχέση του με τη φύση που καταδεικνύεται στα έργα του τον οδηγεί σε μια εσωτερική αντίληψη της Θεότητας, πρωτοποριακή για την εποχή του και σε μια ελπιδοφόρα αντίληψη για τη ζωή και τον κόσμο. Σ' ένα από τα σημειώματά του αναφέρει: " Έχω την εντύπωση πως κάθε δέντρο μου λέει: Αγιότητα, Αγιότητα… Ποιος μπορεί να τα εκφράσει όλα αυτά; Κι αν όλα χαθούν, απομένει η γη, ακόμα και το χειμώνα". Στο βιβλίο του Στούρμ "Η φιλοσοφία της Φύσεως" υπογραμμίζει πολλές φορές τα εξής: "Θάθελα πολύ να μοιάζω σε όλα με ένα δέντρο. Θάθελα να γίνω ανώτερος σε Αρετή, ανάλογα με τις ικανότητες και τη θέση που ο Θεός μου έδωσε, καρποφορώντας, βυθίζοντας τις ρίζες μου με τη σταθερότητα της ψυχής, για να δώσω στην πρακτική ζωή μου κατεύθυνση και δύναμη. Βιάζομαι να μοιάσω σε αυτά τα δέντρα δένοντας τις ρίζες μου όλο και δυνατότερα με τη γη". Και μετά τη γη έρχεται η σειρά του ουρανού, των άστρων που η προσέγγισή τους με το Θεό ηρεμεί την καρδιά του: "Α να μπορούσα να πήγαινα από άστρο σε άστρο, όπως πάνω από λουλούδι σε λουλούδι".

Είναι πιθανό ο Μπετόβεν να υπήρξε Τέκτονας, δεν είναι όμως βέβαιο όπως για τον Χάυδν, το Μότσαρτ και τον Γκαίτε.

Σε γραπτά του αναφέρει για τη Θεότητα: "Αγαπάω το Θείο χωρίς να είμαι χριστιανός. Η Λειτουργία είναι για μένα ένα κείμενο όχι περισσότερο πειστικό από τα γραπτά του Μίλτωνα και του Γκαίτε". Σε προχωρημένη ηλικία γράφει: "Ο Σωκράτης και ο Ιησούς στάθηκαν τα πρότυπά μου". Αναφέρουν ότι πίστευε σε ένα προσωπικό Θεό και ότι απευθυνόταν κατευθείαν στη Θεότητα χωρίς κανενός είδους μεσολαβητές. Όταν κάποτε ένας μαθητής του τού έδειξε μια παρτιτούρα του "Φιντέλιο" όπου είχε γράψει: "Τέλος με τη βοήθεια του Θεού" ο Μπετόβεν πρόσθεσε: "Άνθρωπε, βοηθήσου μόνος σου".

Ήταν ένας ιδιαίτερα γόνιμος δημιουργός. Οι καταχωρημένες σε καταλόγους συνθέσεις του φτάνουν στις 138, χωρίς να υπολογίσουμε τα έργα της νεανικής του ηλικίας. Τα αθάνατα έργα του είναι:

Οι 9 Συμφωνίες, οι 32 Σονάτες για πιάνο, οι Σονάτες για βιολί και πιάνο, τα 5 Κονσέρτα για πιάνο και ορχήστρα, τα Κουαρτέτα, η όπερα "Φιντέλιο", η λειτουργία " Missa solemnis", το "Σεπτέτο", χωριστά τα Τρίο, τα Κουιντέτα, οι Σερενάτες και οι Μπακατέλες.

Διακρίνονται σε τρεις περιόδους: την Πρώιμη, τη Μέση και την Ύστερη. Σε όλα αυτά τα έργα διακρίνουμε το ηρωικό πνεύμα με το οποίο αντιμετώπιζε τις δοκιμασίες της πολύπαθης ζωής του και τη βαθιά εσωτερικότητα του μουσικού και ανθρώπου.

Οι σημαντικές του συνθέσεις ξεκινούν το 1797. Μέχρι τότε σταδιοδρομεί ως πιανίστας και αναγνωρίζεται ως ευρηματικός δεξιοτέχνης, παρόλη την οξύτητα και την υπερβολική χρήση που τον κατηγορούν ότι έκανε στο πεντάλ και φημίζεται για τους εξαίρετους αυτοσχεδιασμούς του, που λέγεται ότι μπορούσε να τους επαναλάβει επακριβώς. Οι αριστοκρατικοί κύκλοι της εποχής, στους οποίους ήταν περιζήτητος, μιλούν για μια τέτοια απαλότητα με την οποία χτυπούσε τα πλήκτρα που άγγιζε το Θείο. Αναφέρεται ότι κάποτε ένας πιανίστας, που τον είχε προκαλέσει σε αναμέτρηση μόλις τον άκουσε να παίζει έφυγε κρυφά από την αίθουσα συναυλιών και κανείς δεν ξανάκουσε να γίνεται λόγος γι' αυτόν.

Το 1799 συνθέτει την "Παθητική Σονάτα" ή "Απασσιονάτα", καρπό του έρωτά του για την όμορφη Ουγγαρέζα αριστοκράτισσα Τερέζα Φον Μπρούνσβικ και ακολουθούν το "Σεπτέτο" (1800) και η " Σονάτα της Άνοιξης" (1801).

Το 1802 είναι πολύ δύσκολη χρονιά, καθώς η αγαπημένη του Τζουλιέττα Γκουιτσιάρντι στην οποία είχε αφιερώσει τη "Σονάτα υπό το Σεληνόφως" τον εγκαταλείπει και μαζί με αυτήν η ακοή του, που είχε αρχίσει να παρουσιάζει προβλήματα από το 1796. Βρίσκεται σε τέτοια απελπισία που συντάσσει τη "Διαθήκη του Χάιλιγκενστάτ" και τη στέλνει στους δυο αδελφούς του με την παράκληση να διαβαστεί και να εκτελεσθεί μετά το θάνατό του. Ξεκινά λέγοντας: "Ώ άνθρωποι, που με θεωρείτε και με κρίνετε μοχθηρό και μισάνθρωπο, πόσο με αδικείτε. Η καρδιά μου από τότε που ήμουν έφηβος ήταν δοσμένη στη λαχτάρα για το Καλό. Αισθανόμουν έτοιμος να πραγματοποιήσω μεγάλα πράγματα. Σκεφθείτε όμως ότι εδώ και έξι χρόνια με έχει χτυπήσει μια ανεπανόρθωτη συμφορά… Είχα αποφασίσει να δώσω ένα τέλος. Μονάχα η τέχνη με συγκράτησε. Μου φαινόταν αδύνατο να εγκαταλείψω τον κόσμο πριν ολοκληρώσω όσα ήμουν προορισμένος να δώσω". Ξανά βλέπουμε να γυρίζει η έννοια του Σκοπού, ενός ύψιστου Σκοπού, ενός προορισμού που υπερβαίνει τις ανθρώπινες δοκιμασίες. Εξάλλου ο Μπετόβεν, όπως ο ίδιος αναφέρει, γνωρίζει καλά από τον αγαπημένο του Πλάτωνα "ποια είναι η μοίρα που περιμένει τους αυτόχειρες στο μεταθανάτιο ταξίδι της ψυχής" και ορθώνεται σε παράδειγμα βούλησης και αγωνιστικότητας.

Το 1803 γράφει την 3η του Συμφωνία, την "Ηρωική", που την αφιερώνει στο Ναπολέοντα, τον ήρωά του, που ενσαρκώνει τα ιδανικά της ελευθερίας, δικαιοσύνης και συναδελφοσύνης στα οποία πιστεύει με πάθος. Στο εξώφυλλό της γράφει "Βοναπάρτης". Στο Ναπολέοντα αφιερώνει και το 5ο Κονσέρτο για πιάνο ή "Αυτοκρατορικό" (1809). Μετά την αναγόρευση όμως του Ναπολέοντα σε Αυτοκράτορα θύμωσε τόσο πολύ που έσκισε το εξώφυλλο και ονόμασε τη Συμφωνία "Ηρωική".

Το 1807 γράφει την "5η Συμφωνία" με θέμα την πάλη του ανθρώπου με το πεπρωμένο, πάλη που κατά τους μελετητές οδηγεί στην τελική νίκη του ανθρώπου απέναντι στη μοίρα, σε θρίαμβο της ανθρώπινης θέλησης. Κατ' άλλους όμως αυτή η πάλη που δηλώνεται με τα τρία χτυπήματα που αποτελούν και μοτίβο του έργου, σταδιακά γλυκαίνει και κάποια στιγμή χτύπημα-μοίρα και άνθρωπος έχουν γίνει ΕΝΑ. Ο άνθρωπος έχει δεχθεί το Δάρμα του (Δρόμος), τον προορισμό του και ακολουθεί το Πεπρωμένο, το Σκοπό του με τον οποίο συμμαχεί.

Την ίδια περίοδο γράφει και την 6η Συμφωνία ή "Ποιμενική" που υψώνεται ως ύμνος στη φύση και τα στοιχεία της, τον ήλιο, τον άνεμο, τα δέντρα, τη γη. Η φύση γίνεται για τον Μπετόβεν "Δασκάλα ζωής". "Αγαπώ τα δέντρα περισσότερο από τους ανθρώπους. Τα δάση, οι βράχοι σου δίνουν την απάντηση που περιμένεις", γράφει στη φίλη του Τερέζα Μαλφάτι.

Το 1812 - 1813 βιώνει μια βαθιά ερωτική απογοήτευση. Είναι ο έρωτας στην αθάνατη πολυαγαπημένη, για την οποία έχουν γραφεί πολλά αλλά τίποτα σίγουρο. Είναι πολλές οι γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή του και ανάμεσά τους ιδιαίτερη θέση κατέχει η Μπεττίνα Μπρεντάνο, αγαπημένη του Γκαίτε. Παρότι όμως υπήρξε ρομαντικά ερωτευμένος σε ολόκληρη τη ζωή του δε στάθηκε τυχερός σε αυτόν τον τομέα. Το 1812 γίνεται και η περίφημη συνάντηση Γκαίτε - Μπετόβεν. Αναγνωρίζει ο ένας το έργο του άλλου αλλά είναι πολύ διαφορετικές φύσεις και υπάρχει γενικά αρκετό μυστήριο για το τι συνέβαινε ανάμεσά τους. Λέγεται ότι ο Γκαίτε απέφευγε να μιλά για τον Μπετόβεν και μια φορά που τον έπεισαν να ακούσει την 5η, άκουσε μόνο το πρώτο μέρος, γύρισε στο σπίτι του χλωμός και δεν ξανάκουσε ποτέ μουσική του.

Το 1816 συνθέτει ένα κύκλο τραγουδιών "Στη Μακρινή Αγαπημένη" και ξεκινά το σχεδιασμό της 9ης. Το 1822 τελειώνει τη λειτουργία του "Missa solemnis", την οποία δούλευε για 10 ολόκληρα χρόνια. Αναφέρουν ότι την εποχή που τη συνέθετε ήταν πάντα λουσμένος στον ιδρώτα, χτυπούσε το τέμπο με χέρια και πόδια και οι κάτοικοι του Μαίντλιγκ στο οποίο βρισκόταν τον θεωρούσαν δαιμονισμένο. Όταν όμως τελείωσε βρέθηκαν μπροστά σε ένα νέο άνθρωπο. Ο ίδιος στο κείμενο του "Κύριε" γράφει: "ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ". Θεωρείται το έργο που απελευθέρωσε τον Μπετόβεν από τις γήινες αβεβαιότητες. Παρόλα αυτά δέχθηκε έντονη κριτική γιατί θεωρήθηκε ότι, ειδικά στα μέρη της λειτουργίας, η χρήση έντονων ήχων, αντί των συνηθισμένων ήπιων, ήταν ασέβεια. Ότι ο Μπετόβεν δεν έδειξε την απαιτούμενη ευλάβεια που χρειαζόταν αλλά στάθηκε μπροστά στο Θεό σαν να ήταν και ο ίδιος ένας Θεός. Η αξία του έργου, που θεωρείται μαζί με την 9η ένα από τα αριστουργήματα του Μπετόβεν, αναγνωρίστηκε μετά το θάνατό του.

Το 1823 ολοκληρώνεται η "9η Συμφωνία" ή "Ύμνος στη Χαρά", η κατά πολλούς καλύτερη Συμφωνία του Μπετόβεν. Γράφεται σε πολύ δύσκολες συνθήκες: σωματικοί πόνοι, οικονομικά προβλήματα, αδιάκοπη αγωνία για τον "άτακτο" και ψυχρό ανιψιό του Καρλ -του οποίου είναι κηδεμόνας από το 1815- δε σταματούν τον Μπετόβεν. Αντίθετα βρίσκει τη δύναμη να φτάσει μέσα από τον πόνο στη χαρά και να διδάξει στους ανθρώπους το δρόμο της αδελφοσύνης και της ευτυχίας. Στην ωδή στη χαρά ο Μπετόβεν μιλά για την κοινή Μοίρα όλων των ανθρώπων στο μακρύ Δρόμο της Ανθρωπότητας, για την τελική ένωση όλων των Ψυχών στο ΠΑΝ. Το Μάιο του 1825 η 9η παρουσιάζεται στο κοινό και ο δημιουργός αποθεώνεται. Εκείνος όμως καθισμένος στην πλατεία δεν ακούει ούτε ένα χειροκρότημα και χρειάζεται να τον πάρει μια από τις κορίστες και να τον γυρίσει στο κοινό για να μπορέσει τουλάχιστον να δει τον μεγάλο ενθουσιασμό. Όταν η συναυλία τελειώνει, λιποθυμά.

Το τέλος έρχεται λίγο αργότερα. 26 Μαρτίου 1827, μετά από μια βαριά πνευμονία που πέρασε την προηγούμενη χρονιά, χωρίς να λάβει τις απαιτούμενες φροντίδες από τον αδερφό και τον ανιψιό του, με συνοδεία τρομερές αστραπές και βροντές μιας φύσης που τόσο αγάπησε στην ευρύτητά της ο Μπετόβεν πεθαίνει. Κηδεύεται με όλες τις τιμές -ο διάσημος Φραντς Γκριλλπάρτσερ, ο μεγαλύτερος αυστριακός ποιητής εκφωνεί ένα συγκινητικό επικήδειο μπροστά σε πλήθος κόσμου- και το ταξίδι του στον Ουρανό που τόσο πολύ επιθύμησε: "Αχ! να μπορούσα να ταξίδευα από άστρο σε άστρο" ξεκινά. 
 ΜΠΕΤΟΒΕΝ
..Ο Μπετόβεν γεννήθηκε στη Βόννη το 1770. Η ακριβής ημερομηνία γέννησης του δεν είναι γνωστή, βαφτίστηκε όμως στις 17 Δεκεμβρίου.
  Καταγόταν από μουσική οικογένεια, αν και κανένας από τους προγόνους του δεν διακρίθηκε στη σύνθεση. Ο παππούς του ήταν φλαμανδικής καταγωγής και διευθυντής χορωδίας στην Αυλή του Πρίγκηπα Εκλέκτορα της Κολωνίας στη Βόννη.
  Ο πατέρας του, Johann van Beethoven, εργάστηκε ως επαγγελματίας τενόρος στην ίδια χορωδία ενώ παρέδιδε και μαθήματα πιάνου και τραγουδιού. Παράλληλα αποτέλεσε τον πρώτο δάσκαλο μουσικής του Λούντβιχ, ωστόσο η σχέση τους ήταν μάλλον κακή, καθώς ο πατέρας του τον καταπίεζε διαρκώς και προσπαθούσε να τον εκμεταλευτεί παρουσιάζοντας τον ως παιδί θαύμα, όπως ήταν ο Μότσαρτ.
   Σε ηλικία 12 ετών δημοσιεύτηκε η πρώτη του σύνθεση πολλοί δήλωναν πως επρόκειτο για το νέο Μότσαρτ. Ο Μπετόβεν συνέχισε να συνθέτει έργα ενώ συγχρόνως άρχισε να εργάζεται ως οργανίστας στην Αυλή. Το 1787 μια ξαφνική αρρώστια της μητέρας του, στερεί τη δυνατότητα από τον νεαρό Μπετόβεν να μεταβεί στη Βιέννη προκειμένου να κάνει μαθήματα με τον Μότσαρτ.  
   Λίγο αργότερα όμως, το 1792, ο Ιωσήφ Χάυδν, κανόνισε να πάει τελικά στη Βιέννη για να σπουδάσει μαζί του. Η εκπαίδευση του στο πλευρό του Χάυδν διήρκησε συνολικά δύο χρόνια. Επιπλέον σπούδασε αντίστιξη για ένα χρόνο με τον Johann Georg Allbrehtsberger και φωνητική σύνθεση μαζί με τον Antonio Salieri.
   Σταδιακά, άρχισε να αναγνωρίζεται η αξία του, αρχικά ως πιανίστας αλλά αργότερα και ως συνθέτης.
   Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των συνθετών της εποχής, ο Μπετόβεν δεν ανήκε στην Αυλή ούτε εργάστηκε για την εκκλησία, αλλά διατήρησε την ανεξαρτησία του ως συνθέτης. Κατόρθωνε να συντηρείται είτε με έσοδα από τις δημόσιες συναυλίες του είτε παράγοντας και έργα παραγγελίες. Την πρώτη δημιουργική του περίοδο, κατάφερε να καθιερωθεί στη Βιέννη χάρη στην σημαντική υποστήριξη του αριστοκρατικού κύκλου της Αυστρίας, της Βοημίας και της Ουγγαρίας.
   Ένα από τα σημαντικότερα και από τα  πιο τραγικά γεγονότα της ζωής του Μπετόβεν αποτέλεσε η κώφωση του. Άρχισε να χάνει την ακοή του από την ηλικία των 26 ετών, το 1796 (κατά άλλους αρχίζει λίγα χρόνια αργότερα) και περίπου το 1820 θεωρείται πως ήταν ολοκληρωτικά κουφός. Το γεγονός αυτό προκαλούσε μεγάλη θλίψη στον Μπετόβεν, η οποία αποτυπώνεται και σε γράμμα του προς τους αδελφούς του, το 1802, με την παράκληση να διαβαστεί μετά το θάνατό του, γνωστό και ως Διαθήκη του Heiligenstadt.
   Παρά την απώλεια της ακοής του, έγραψε μουσική μέχρι το τέλος της ζωής του. Η υγεία του Μπετόβεν ήταν γενικά κακή και το 1826 επιδεινώθηκε δραστικά, γεγονός που οδήγησε και στο θάνατο του τον επόμενο χρόνο...

   Ο Μπετόβεν είχε ανακηρύξει τον εαυτό του ελεύθερο καλλιτέχνη-"επαγγελματία" που δεν ακολουθούσε κανεναν και δεν έδινε λόγο σε κανέναν ακόμη και στους καλλιτεχνικους πατρώνες.
   Ήταν γνωστός για το έντονο ταμπεραμέντο του και τις εκρήξεις οργής. Γνωστή έχει μείνει η διενεξή του με τον Γκαίτε τον οποιο είχε χαρακτηρίσε ουτε λιγο ουτε πολυ - με έμμεσο τροπο - δουλοπρεπή και κόλακα της αυλης. Ο Γκαίτε ανταπάντησε χαρακτηριζοντας τον εντελως ακαλλιεργητο και αγροίκο.
   Πολλοί μαλιστα εξαιτίας του εριστικού του χαρακτηρα τον θεωρούσαν μισανθρωπο και τιποτα παραπανω απο εναν κακοπροαίρετο πεισματαρη...
Ακολουθεί η παράκλησή του στους επικριτές του...
Quote
«Ώ άνθρωποι που με θεωρείτε και με κρίνετε μοχθηρό και μισάνθρωπο πόσο με αδικείτε.
  Η καρδιά μου από τότε που ήμουν έφηβος ήταν δοσμένη στη λαχτάρα για το Καλό. Αισθανόμουν έτοιμος να πραγματοποιήσω μεγάλα πράγματα.
  Σκεφθείτε όμως ότι εδώ και έξι χρόνια με έχει χτυπήσει μια ανεπανόρθωτη συμφορά…
   Είχα αποφασίσει να δώσω ένα τέλος. Μονάχα η τέχνη με συγκράτησε. Μου φαινόταν αδύνατο να εγκαταλείψω τον κόσμο πριν ολοκληρώσω όσα ήμουν προορισμένος να δώσω»......Η 9η συμφωνία αποτελεί όμως σημείο αναφοράς ακόμα και λαών που δεν σχετίζονται με την ευρωπαϊκή μουσική και τη γενικότερα πολιτισμική παράδοση της Ευρώπης, όπως του ιαπωνικού και του κινέζικου. Ιάπωνες αξιωματικοί, αιχμάλωτοι πολέμου ζήτησαν το 1918 να παιχτεί για ψυχαγωγία τους στο στρατόπεδο Bando που είχαν απομονωθεί, η 9η συμφωνία του Μπετόβεν, η οποία στα ιαπωνέζικα έχει ιδιαίτερο όνομα, Νταϊκού.
  Επίσης στην Ιαπωνία το 1944, ζήτησαν φοιτητές που είχαν επιστρατευτεί, να ακούσουν πριν αναχωρήσουν για το μέτωπο την 9η συμφωνία για να διατηρήσουν στο μυαλό τους κάτι που τους «θυμίζει την πατρίδα»! Θεωρείται δε παράδοση σ' αυτή τη χώρα να τραγουδιέται το χορωδιακό μέρος της 9ης συμφωνίας από τεράστιες χορωδίες 3, 5 και 7 χιλιάδων ατόμων, με αποτέλεσμα ένας εντυπωσιακός αριθμός Ιαπώνων ερασιτεχνών χορωδών να εξασκείται κάθε χρόνο για πολλούς μήνες στη μελέτη και απόδοση αυτού του έργου ().
  Στην Κίνα, το καθεστώς έχει την επίσημη θέση ότι η 9η συμφωνία εκφράζει τη «νίκη μέσα από την πάλη» του λαού ενάντια στους καταπιεστές του. 'Ετσι η εκτέλεση αυτής της συμφωνίας αποτελεί σ' αυτή τη χώρα αποκορύφωμα πολλών εθνικών και πολιτικών εκδηλώσεων, όπου τραγουδούν την «Ωδή της Χαράς» και πάλι πολυπληθέστατες χορωδίες.
  Είναι λοιπόν εντυπωσιακό, πώς ένα ευρωπαϊκό μουσικό έργο των αρχών του 19ου αιώνα υιοθετείται από άσχετες μεταξύ τους πολιτισμικές παραδόσεις, αξιοποιείται διαχρονικά από τόσο ετερόκλητους κοινωνικούς και πολιτιστικούς φορείς και εντάσσεται στην προσπάθεια για επίτευξη τελείως αντιφατικών στόχων.
  O Μπετόβεν αποτελεί λοιπόν ένα σημαντικό συνδετικό κρίκο της ποικιλομορφίας των πολιτισμών του πλανήτη μας. Στο πρόσωπο και στο έργο του έχει υλοποιηθεί η παγκοσμιοποίηση του πολιτισμού, πολύ πριν τεθεί σε κοινή χρήση αυτός ο όρος.
  Ο ίδιος ο μεγάλος δημιουργός αποτελεί τον τελευταίο εκπρόσωπο της κλασικής και τον πρώτο της ρομαντικής περιόδου. 'Ολοι οι μεταγενέστεροι μουσικοί μέτρησαν τις δυνάμεις τους με σημείο αναφοράς το έργο αυτού του εξαίρετου ανθρώπου και η μεγαλύτερη τιμή γι' αυτούς ήταν να θεωρηθούν συνεχιστές του.
  Χαρακτηριστικά, ο Μπραμς έγραψε ότι συνέθετε τα μουσικά έργα του, κάτω από τη συντριπτική σκιά τού Μπετόβεν, «ακούγοντας πίσω μου τα βαριά βήματα ενός γίγαντα».
   Είναι προφανές ότι η σημασία του κορυφαίου αυτού μουσικού σχετίζεται και με τη μεταβατική εποχή που έζησε και δημιούργησε: Είχαν προηγηθεί ο Μπαχ και ο Μότσαρτ και ζούσε ακόμα ο Χάυντν.
  Αυτών το έργο (και βέβαια όλων των σύγχρονων και προγενέστερών τους) οδήγησε ο Μπετόβεν με την ιδιοφυΐα του στην αποκορύφωση !!!
    





Δεν υπάρχουν σχόλια: